Newsletter
 

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Γιώργος Δάγλας γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1958, όπου και τελείωσε το Ναυτικό Λύκειο, χωρίς ποτέ να μπαρκάρει. -1977. Αθήνα. Προλαβαίνει ζωντανούς τους τελευταίους ρεμπέτες. Ακούει το Ρούκουνα και πίνει ούζο με τον Γιάννη Κυριαζή. -1980, άγριες διαδηλώσεις-καταλήψεις. Δουλεύει κομπάρσος με τη μεσολάβηση της Κατερίνας Γώγου. Με τον Άσιμο στο υπόγειο της Αραχώβης. Γράφει στο "Ιδεοδρόμιο" του Λεωνίδα Χρηστάκη. Παράλληλα βιοπορίζεται ως βιομηχανικός εργάτης, ταβερνιάρης και υπάλληλος γραφείου τελετών. -1982, εκδίδεται η "Μέρα των φωταγωγών" στον "Ελεύθερο Τύπο". -1985. Αποσύρεται στην Ιθάκη. Εκδίδει την τοπική εφημερίδα "Άγονη Γραμμή" διορίζεται στο νοσοκομείο και παντρεύεται. -1992, παραιτείται από δημόσιο και συζυγικό βίο και φεύγει στη Θεσσαλονίκη. Γράφει, πίνει, χάνεται. -1999, εκδίδεται το "Μαύρο Χιόνι" στις εκδόσεις "Ελλέβορος" (Άργος) -2004, επιστροφή στην Ιθάκη.

Παρουσιάσεις

Στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Γ. Δάγλα 27 Μαρτίου 2015 στο Βιβλιοπωλείο των συναδέλφων, ο δημοσιογράφος Γ. Σταματόπουλος είπε για τον ποιητή:

Παντού, γράφει ο Γιώργος Δάγλας, μπορείς να νιώσεις την ομορφιά της έκρηξης αν ελλοχεύει μέσα σου. Ωραίος πραγματικά στίχος. Αν ελλοχεύει, όμως, μέσα σου τι; Η ομορφιά ή η έκρηξη; Αλλά αυτή είναι η ομορφιά της ποίησης. Μέσα σ’ αυτές τις έννοιες κινείται η δημιουργία του ποιητή στην ομορφιά και την εξέγερση. Σ’ αυτές πατάει έχοντας όμως πολλές πληγές μέσα του, αλλά μόνο επειδή έχει πληγές μπορεί να ιαθεί, κουβαλώντας χρόνια το δικό του ίαμα, το δικό του φως, τη μοναξιά του, αλλά και τους 
συντρόφους,  τη φύση αλλά και τα μεγάλα πάθη, την ασταμάτητη αναζήτηση, τις ήττες και τους συμβιβασμούς που βλέπει δίπλα του, όπως οι άσωτοι εραστές των κούφιων χρόνων, πνιγμένοι στα μάτια των τυφλών, πνιγμένοι στο κρασί και την αμαρτία, κρυμμένοι στα μάτια των τυφλών, τη μάταιη εξέγερση περιμένουν. Ηττημένοι και περήφανοι ψάχνουν για να ξεράσουν συμβιβασμούς και συμβόλαια.
Για τον ποιητή υπάρχουν αξίες που δε θα χωρέσουν  ποτέ στα κατάστιχα των λογαριασμών. Ο δαίμονας, που κυνηγά ή τον κυνηγά ο ίδιος, θρυμματίζει τις θεωρίες. Όλοι οι καθρέφτες σπάνε. Τα όνειρα εκρήγνυνται. «Γυναίκες χωρίς  πρόσωπα ξορκίζουν τον δαίμονα και όλα τα δαιμόνια, γυναίκες με ένα παιδί στην αγκαλιά που τριγυρνάνε στους προθάλαμους των ψυχιατρείων, ίσως γιατί κάποτε αγαπήθηκαν αλλά αίφνης εξαφανίστηκαν.
Ο Γιώργος Δάγλας δεν κρύβει το φόβο του για «τους ανθρώπους που αγαπήθηκαν σε μια έκλαμψη πάθους και πια δεν γνωρίζονται»  Ακούστε και τούτο: Αν κάποτε μια στιγμή αγάπης χαθεί για πάντα στη στροφή αυτού του μικρού κόσμου, να ξέρετε, αυτά τα απόρθητα κάστρα άδικα κτίστηκαν»       
Ωδή σε τέτοιες στιγμές είναι η ποίησή του, μια κραυγή μέσα στην αιωνιότητα, μια αιμάσσουσα ύπαρξη που χορεύει στο χάος της καθημερινότητας, γαλήνια και αλλόφρων συνάμα, που βρίσκει την αρμονία και το νόημα στη μέση του περιθωρίου, εκεί που βρίσκουν στέγη οι παθιασμένοι για ζωή, για πραγματική Ζωή.
Δεν υπάρχει ποίηση δίχως πάθος, μας λέει τελείως φυσιολογικά. Ο Γιώργος Δάγλας ζει και γράφει ποιητικά, χορεύει ή γραφίδα του γιατί οι λέξεις του έχουν μουσική, μετρική, σύμβολα, αλληγορίες, καθημερινότητα, αλλά και φυγή και εξέγερση. Νομίζω απορεί ο ίδιος για το γεγονός ότι εξακολουθεί να υπάρχει, να ζει ανάμεσά μας, να γράφει, να δημιουργεί. Αποκαλεί εαυτόν ελάσσονα ποιητή. Όλοι οι ποιητές –ας μου επιτραπεί- είναι ελάσσονες, έως ότου η θεωρία ή ο καιρός αποφασίσουν ότι ήλθε η ώρα τους να γίνουν μείζονες . Μόνο η ποίηση απ’ όλες τις τέχνες δικαιώνει τον πνευματικό άνθρωπο μήτε η μουσική, μήτε η φιλοσοφία. Εξάλλου υπάρχουν και οι μείζονες ελάσσονες, αυτοί που καλλιεργούν θαυμαστά την τέχνη τους ώστε κάποια στιγμή να φανούν οι μείζονες ποιητές εάν δεν συναγελάζονταν ή δεν συνυπήρχαν με ελάσσονες- θηρία, αρπακτικά του νοήματος και των λέξεων.
Ο ποιητής Γιώργος Δάγλας βρίσκεται εκεί που δραματουργεί, σχεδόν ιερουργεί η ζωή. Στα λιμάνια και στα καπηλειά, στο έδαφος της ομορφιάς του ανθρώπου, μακριά από θεματοφύλακες της ηθικής και ανθρώπους χωρίς πρόσωπο, κυριολεκτικά αλήτης και άσωτος της ποίησης, αταξινόμητος, άναρχος και αναρχικός μαζί, εξεγερμένος βαθειά –πάντα- ανθρώπινος. Επιεικής με τους συνοδοιπόρους, γιατί ‘’στράγγιξε το αίμα τους, πρόλαβαν εν τούτοις  να αγγίξουν την ομορφιά, να συνειδητοποιήσουν ότι ‘’τελειώνουν κάποτε όλα’’. Ίσως γιατί βαθιά μέσα του ξέρει μόνο η αγάπη και η ομορφιά αξίζει να κατακριθούν, με όποια μέσα επιλέξει ο καθένας. Και ποιο καλύτερο μέσο από το ταξίδι και το όχι στην εξουσία; Κι ας τσαλακώνεται από τους εχθρούς, ας εγκαταλείπεται από φίλους . Όρθιος και υπερήφανος συνεχίζει να ταξιδεύει, είτε στον κόσμο, είτε εντός του βλαστημώντας και χορεύοντας. Ένα τραγούδι συνύπαρξης η ποίησή του, μοναχικό ίσως, αλλά επίμονο. Ίσως, γιατί ξέρει ότι « πάντα λίγοι είμαστε, λίγοι στρατιώτες που πλανώνται στο αδυσώπητο δάσος της αιώνιας μάχης, ψάχνοντας μάταια το δρόμο του γυρισμού. Λίγοι Δον Κιχώτες είμαστε, που ακόμα επιμένουμε, κι έτσι πορευόμαστε».
Πρόκειται για μεστά, συμπυκνωμένα ποιήματα βαθιά κι ανατρεπτικά, εξόχως χοϊκά και την ίδια ώρα ανατατικά. Λέξη δεν περισσεύει, ούτε έχουν χρείαν επιπρόσθετων. Είναι αυτά που διαβάζουμε. Ζυγισμένα, μελετημένα, παθιασμένα, αυτόφωτα, βαριά. Ξέρει τι θέλει, που απευθύνεται. Δε διστάζει να γδάρει την ψυχή του, το είναι του, το πνεύμα του. Ό,τι κουβαλά το εκθέτει. Και δεν είναι λίγα αυτά που κουβαλά . Ιδού μερικά: Το ΕΑΜ και το αντάρτικο, την ελληνική επαρχία, τον χορό των εξεγέρσεων, τη διαύγεια του περιθωρίου, τη φιλία και την ομορφιά, την κράση του οίνου, το ημίφως του πλαγκτού του, την επανάσταση των παθών. Ε, πόσα άλλα να αντέξει ένας άνθρωπος; Ένας ποιητής όμως αντέχει, θέλει δε θέλει, γιατί κινείται  πάντα στη μεθόριο, στα άκρα, που όμως είναι μετρικά και μετρημένα. Τονίζω τις τελευταίες λέξεις, τη μετρικότητα και το μέτρο για να μη φανεί ότι η ποίηση του Γιώργου Δάγλα είναι μόνο βιωματική. Βέβαια το βίωμα είναι πηγή κάθε πνευματικής δημιουργίας, αλλά δεν νομίζω ότι αρκεί από μόνο του να επιτύχει υψηλούς στόχους.
Χρειάζεται η καλλιέργεια της γλώσσας, η φαντασία, η σύνθεση των πραγμάτων και των ιδεών που απαρτίζουν την καθημερινότητα αλλά και την αιωνιότητα. Η ποίηση είναι τέχνη, η ύψιστη, όπως προανέφερα. Λέξεις γυμνές λοιπόν χωρίς περιττά στολίδια και βαρύγδουπα επίθετα, λέξεις σκληρές και τρυφερές ταυτόχρονα, λέξεις που ξέρουν να στοχεύουν. Μόνο έτσι -νομίζω- επιτυγχάνεται η συγκίνηση, που είναι το ζητούμενο στην τέχνη. Δαμάζοντας το δαίμονα του με καντάδες, ο Γιώργος Δάγλας καταφέρνει να μας συγκινήσει.
Γ. Σταματόπουλος
27.3.2015

 

 

 

Στην ίδια παρουσίαση του βιβλίου ο ομότεχνος του ποιητή Γ. Δάγλα, Φώτης Μότσης είπε:

 Γράφτηκαν κάμποσα για το Γιώργο και τη γραφή του. Άλλοι τον ανακαλύπτουν, άλλοι τον αναζητούν. Εμφανίζεται(αναρτάται;) για πρώτη φορά στο διαδίκτυο χάριν στο μεράκι και στην καλοσύνη ενός φίλους και άλλων καλών ανθρώπων. Να’ ναι όλοι τους καλά. Ας επιτραπούν και σε μένα, όμοια φίλου του, δυο κουβέντες.
Η ποίηση του Γιώργου Δάγλα κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα, ωσάν τη χαρμόσυνη την είδηση,-ή ως θανατερό μαντάτο.
Σαν το παλιό κρασί, στα κερωμένα τα τσουκάλια. Δε θα το βρεις στην κάβα, δε διατίθεται τιμητικά, δεν πωλείται. Δίνεται από χέρι σε χέρι. Μεταλαβιά. Και, μονάχα, στα χέρια και για τη γεύση των μπεκρήδων: του μπεκρή της ζωής, του πότη της στιγμής –του καθεμέρα- του αδόκητου.
Η ποίηση του Γιώργου Δάγλα είναι το πηλοφόρι με τα χρυσά καλούδια στην πλάτη του ξυπόλητου αλήτη στη γυροβολιά της μέρας και της ζήσης,-καλούδια που αραδιάζει στην άσφαλτο και πάει για κατούρημα, είναι το προσκεφάλι του στο νυχτερινό παγκάκι απέναντι από ακαδημίες, συμπόσια ποιητών και λογοτεχνικά σωματεία. Απέναντι, ντααν! –όχι παραδίπλα.
Αυτή η ξερακιανή Θιακιά φιγούρα στέκεται, χρόνια τώρα, απέναντι στις κοκκινοσκουφίτσες των εταιρειών πάσης μορφής μαζικής πνευματικής παραγωγής, είναι το αχαμνό το σκαλοπάτι πριν την ισιάδα των παρουσιάσεων και των βραβείων, είναι το κεφαλόσκαλο ένα βήμα πριν το σάλεμα που οδηγεί στα ποιητικά κατώγια, -εκεί όπου το κλειδί κρατεί καλά σφιχτά στον κόρφο της η λέξη.
Δείχνει, από πολύ ψηλό αγκωνάρι, τα δόντια του σε κυνηγούς και λύκους καθώς κυλιούνται σύγκορμα στον κάμπο με τους εύκολους τους όχτους και τα ευγενή αγκάθια, δαγκώνει οδυνηρά τα μεριά της καθημερινότητάς μας, σβαρνίζει το άγριο τοπίο, το ημερεύει. Ημερεύει την ψυχή μας, Βγαίνοντας από ένα ποίημα του Δάγλα, ευχαριστείς το θεό σου που σ’ έχει ακόμα ζωντανό και σου επιδαψιλεύει τιμή τοσαυτή: να παίρνεις μάτι της ποίηση σ’ όλη τη μεγαλειώδη αντράλα της.
Χρόνια πίσω, στ’ Ανάπλι, στο καφενείο του Κώστα, στην πλατεία Συντάγματος, έτυχα αυτήκοος  μάρτυρας συζήτησης μεταξύ κορασίδων:
-«Ρε συ, έχεις πάει Ιθάκη;» -«Στο Θιάκι; Βεβαίως!» -«Και δε μου λες, τον ποιήταρο τον γνώρισες;»  -«Ποιόνε;» -«Το Δάγλαρο, ρε!»
Φωτο Μότσης 

Βίντεο για το βιβλίο

Προς το παρόν δεν υπάρχουν

Το προφίλ του συγγραφέα στο facebook

 

 
Γιώργος Δάγλας
 
Καντάδες γι ένα δαίμονα
 
 

Οι άσωτοι εραστές
των κούφιων χρόνων
πνιγμένοι στο κρασί και την αμαρτία
κρυμμένοι στα μάτια των τυφλών
τη μάταιη εξέγερση περιμένουν.
Ηττημένοι και περήφανοι
ψάχνουν για
να ξεράσουν συμβιβασμούς και συμβόλαια.

Αυτός ο άνθρωπος
που περπατάει σκυφτός
στην άλλη άκρη του δρόμου,
φαίνεται πως κρυώνει.
Κι όμως
δεν κοιτάζει ψηλά.
Ξέρει.
Κανείς δεν θα τραβήξει την κουρτίνα του
να τον σκεπάσει.

Τα σχέδια που δημοσιεύονται στην νέα ποιητική συλλογή του Γιώργου Δάγλα είναι του Δημήτρη Στούμπου. Οι φωτογραφίες του Άκανθου.

 

Αριθμός σελίδων: 62
ISBN: 978-618-5101-09-1
Ημερομηνία έκδοσης: Νοέμβριος 2014
Δέσιμο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις: 15,5Χ20,5

 

   
Λιαν. τιμή: 8,52 Ευρώ
Τιμή web 7,67 Ευρώ