Newsletter
 

Περίληψη - αγορά

Βιογραφικό του συγγραφέα

Δημοσιεύματα για το βιβλίο


Στείλτε μήνυμα στο συγγραφέα

Βίντεο για το βιβλίο

 
Μιχάλης Παπανικολάου
 
Αποκλίνον άστυ
 
 


Κώστας Σταθόπουλος

ΑΠΟΚΛΙΝΟΝ ΑΣΤΥ- “ΠΕΡΙΕΡΓΗ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ” Γ΄ (ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΠΑΝΙΚΟΛΑΟΥ)

 

“Τις νύχτες ξαγρυπνώ
κρατώ τα πυρωμένα δάχτυλα-μου
στο φεγγάρι”
Μ.Π.

 

                             Είναι για μένα ιδιαίτερη χαρά και τιμή να βρίσκομαι απόψε κοντά σας, προλογίζοντας τη νέα ποιητική συλλογή του Μιχάλη Παπανικολάου «Αποκλίνων άστυ», που κυκλοφόρησε πριν λίγες μέρες από τις εκδόσεις Φίλντισι. Έχω διατυπώσει και στο παρελθόν την άποψη πως ο Μιχάλης Παπανικολάου αποτελεί μια ιδιαίτερη («περίεργη») περίπτωση για τα Ελληνικά γράμματα. Γνωστός σκηνοθέτης και στιχουργός, ευλογημένος μ’ ένα ταλέντο πολυδιάστατο,  πρωτοδημοσίευσε ποίηση στις αρχές της δεκαετίας του ’60 με το ψευδώνυμο Μιχάλης Βαλκάνης, «αναγκάζοντας» μάλιστα τον Αντρέα Καραντώνη να επαινέσει την πρώτη ποιητική του συλλογή «Πέρα από τα φώτα» σε κριτικό κείμενο στο σημαντικό περιοδικό Νέα Εστία εκείνης της εποχής (1963). Ανήκοντας τυπικά στους ποιητές της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ο Παπανικολάου, εκ φύσεως νομίζω, απέφυγε από νωρίς να χρησιμοποιήσει δάνεια εκφραστικά μέσα, ή να προσδεθεί στο άρμα κάποιου λογοτεχνικού κινήματος με σκοπό την  καταξίωση, την προβολή ή την υστεροφημία του. Η πρώιμη κριτική παρατήρηση της Κατερίνας Δασκαλάκη, το 1963, ότι είναι «μοντέρνος, αλλά όχι ακατανόητος», καθώς και η αμηχανία της για την «διάχυτη μελαγχολία του», αποδεικνύεται κατά τη γνώμη μου ότι μπορεί να συνοψίσει διαχρονικά, σχεδόν προφητικά, ορισμένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του ποιητικού του έργου. Ο Νάνος Βαλαωρίτης, στο κριτικό του σημείωμα για το πρόσφατο βιβλίο του ποιητή, κάνει αναφορά όπως ακούσατε σε έναν ποιητικό έργο που γειτνιάζει με τον νεο-συμβολισμό, και ειδικά την ποίηση του Ουράνη. Εντούτοις, ο Βαλαωρίτης δεν διστάζει στη συνέχεια να αναφερθεί, με όρους πρωτοπορίας αυτή τη φορά, σ’ ένα από τα πλέον εμβληματικά ποιήματα του Παπανικολάου, τη «Στοά», το οποίο και δημοσίευσε στο περίφημο νεωτερικό περιοδικό Πάλι, χαρακτηρίζοντάς το «ένα από τα σπάνια κυβο-φουτουριστικά ποιήματα στον τόπο μας, που οι διαστάσεις του χώρου και του χρόνου συμπλέκονται σ’ ένα δίχτυ, αποτελώντας μια οντότητα».  Η παρατήρηση αυτή έχει κατά τη γνώμη μου βαρύνουσα σημασία, καθώς το Πάλι αποτέλεσε το όργανο μιας πρωτοποριακής ομάδας λογοτεχνών που επεδίωκαν νέους τρόπους έκφρασης περνώντας από τον Υπερρεαλισμό στα νέα παγκόσμια ποιητικά ρεύματα, και είναι σαφές ότι οι εκφραστικοί τρόποι του Παπανικολάου είχαν ήδη κριθεί από την ομάδα του περιοδικού ως καινοφανείς και σύμφυτοι με το ζωογόνο νέο πνεύμα που ήθελαν να εμφυσήσουν στη νέα Ελληνική ποίηση. Δυο διαφορετικές λοιπόν κριτικές αναφορές φαίνεται να υποδέχονται τον ποιητή την ίδια χρονική στιγμή με παραπλήσιες ως προς τη μοντερνικότητα αναφορές, έστω κι αν προέρχονται από διαφορετικές θέσεις. Κι αυτό που κρίνω αξιοσημείωτο ακόμα είναι πως ο νέος ποιητής είχε μεγαλώσει στο περιβάλλον μιας επαρχιακής πόλης, του Πύργου, χωρίς διόλου την ευκαιρία να μυηθεί στο μοντερνισμό από κύκλους ειδικών ή μέσα από ακριβές εκδόσεις. Το γεγονός αποδεικνύει πως ο Παπανικολάου ακολούθησε από τα πρώτα του γραψίματα μια προσωπική φωνή στην οποία άλλοι αναγνώρισαν τέτοιου είδους στοιχεία, χωρίς ο ίδιος να προσπαθήσει να αντιγράψει ή να μιμηθεί γραφές του μοντερνισμού που δέσποζαν στο ποιητικό στερέωμα της εποχής. Και δεν είναι νομίζω να απορεί κανείς μετά τα παραπάνω όταν, και ο Νίκος Καρούζος, αποτιμώντας θετικά την πρώτη ποιητική εμφάνιση του Παπανικολάου, του αποδίδει σε επιστολή του δυο αρετές που ο ίδιος ονομάζει «τις δυο βασικές αρετές του ποιητή: την ειλικρίνεια πλάι στη λυρική αίσθηση την αξιοσημείωτη και φανερή στην παρουσία σας».
Αναφέρθηκα ως τώρα σε  ορισμένα βασικά ειδολογικά και υφολογικά χαρακτηριστικά της ποίησης του Μιχάλη Παπανικολάου. Με την αφορμή της νέας του ποιητικής συλλογής «Αποκλίνων Άστυ», θα ήταν νομίζω ενδιαφέρον να επισημάνει κανείς περισσότερο αναλυτικά ορισμένα από τα γνωρίσματα αυτά. Ο μοντέρνος, όπως αναφέρθηκε,  χαρακτήρας της γραφής του, αποδίδεται κατ’ αρχήν με τη χρήση ελεύθερου στίχου, μιας φόρμας που προσπαθεί να αποδώσει και ν’  ακολουθήσει το νόημα και την αίσθηση κάθε ποιήματος ξεχωριστά. Έτσι, στο ποίημα «Ανακύκληση» για παράδειγμα, κάθε στίχος αποτελείται από ολιγάριθμες λέξεις [Πέτρα ρόπαλο μαχαίρι/σπαθί δόρυ/τόξο/δρεπανηφόρο άρμα/πολιορκητικός κριός(…)], ενώ σε άλλες περιπτώσεις  (όπως στο ποίημα «Ίσκιοι» που ακούσαμε) οι στίχοι σχηματίζουν ενιαίο κείμενο με τα χαρακτηριστικά κοινά της λεγόμενης πεζοποίησης. Άλλες φορές πάλι, ο στίχος μοιάζει με απόσπασμα από τραγούδι, γεμάτος από μουσικές που υποβάλλονται (το τραγούδι είναι ελευθερία), και σε άλλες περιπτώσεις εφαρμόζεται η χρήση της επανάληψης μιας λέξης  αποδίδοντας κίνηση και χρόνο:
«Δρόμοι ατέλειωτοι
Δρόμοι γωνίες
Δρόμοι που σχηματίζουν πλατείες
Δρόμοι τυφλοί
Που σπάνε τα μούτρα τους- σε μαντρότοιχους»
Ο τελευταίος στίχος μ’ ενδιαφέρει για να περάσω σ’ ένα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της στιχουργίας του Παπανικολάου, που είναι το απρόοπτο, το ξαφνικό, το «ακαριαίο» για να δανειστώ έναν υπερρεαλιστικό όρο. Συχνά στην πορεία του ποιήματος καραδοκεί το απροσδόκητο, μια αντίθεση, μια παράλογη εικόνα, καμιά φορά μια λέξη, που αντιστρέφει ή αλλάζει τη χορεία του νοήματος προς μια νέα κατεύθυνση
«Μας τύλιξαν με ηλεκτροφόρα σύρματα
Και παίζουμε με τράπουλα σημαδεμένη
Αγάπα-με ακόμη
Έστω και σαν τελευταία λύση»
Κι αλλού:
«Χάνω συνέχεια στα σημεία
Κι εσύ
Και τα λόγια
Άχρηστα
Φθαρμένα
Μίλια ναυτικά
Ένα τρικάταρτο καράβι
Που ταξιδεύει με σημαία ευκαιρίας»
Παρατηρεί κανείς πως ο λόγος, αν και επιτελεί σε πρώτο επίπεδο την επικοινωνιακή του λειτουργία, εντούτοις κάποτε αποκτά ανεξαρτησία-οι λέξεις απελευθερώνονται από δάνεια νοήματα και ακολουθούν τους δικούς τους ρυθμούς ή συνειρμούς, που συμπληρώνουν υπόγεια το ποίημα. Αν και θα ήταν λάθος να γενικεύσει κανείς, με βάση την ετερογένεια των ποιημάτων της συλλογής, η βασική εντούτοις αρχή που φαίνεται να εξυπηρετεί πάντως ο λόγος είναι η κατανόηση-
«Ο Ποιητής
              Πρέπει να γράφει τραγούδια για το Λαό
              Να γίνει οδηγητής του»
έγραφε στην παλαιότερη ποιητική του συλλογή «Ουρανοάνθρωποι» ο Μιχάλης Παπανικολάου. Μια φράση που σχεδόν αυτούσια θα μπορούσε να αποδώσει κανείς νομίζω σε όλους τους επαρκώς προβεβλημένους λεγόμενους ποιητές της Αριστεράς, από τον Ρίτσο και το Λειβαδίτη ως τον Θάνο Κωσταβάρα, για να αναφέρω μόνο μερικούς.  Και πώς να συμβεί αλλιώς, αφού, εκτός από το επίπεδο της μορφής, του τρόπου γραφής, και σε επίπεδο περιεχομένου, η ποίηση του Παπανικολάου φαίνεται να αντλεί υλικό από την καθημερινή ζωή, την εμπειρία και το βίωμα των ανθρώπων του μόχθου, της γειτονιάς, της παρέας. Διαβάζοντας ποιήματά του, νομίζω πολλές φορές πως τον βλέπω μπροστά μου σαν άλλο Βάρναλη, σε μέρη πολύβουα, καθισμένο παράμερα, να εξετάζει τις ζωές των άλλων, που θα πει να μελετά την ίδια τη ζωή, να σκέφτεται, και να περιγράφει τα πρόσωπα και τα γεγονότα μ’ έναν τρόπο διεισδυτικό, σχεδόν συναισθητικό. 

«Τα Σαββατόβραδα οι εργάτες διασκεδάζουν
Λούζονται
αποκαθαίρουν τον κάματο της εβδομάδος
καλλωπίζονται
ύστερον
η σειρά της αγαπημένης
η βραδινή έξοδος»
σελ. 14

 

«Στα πάνω Λιόσια στα Σεπόλια στο Παγκράτι
η Ρωμιοσύνη ζει και τραγουδάει παραπατώντας
Στενάζουν τα ραδιόφωνα στις γειτονιές»
Σελ. 17

Θα ήθελα να τονίσω πως στο «Αποκλίνων Άστυ», όπως και στο σύνολο νομίζω του ποιητικού έργου του Παπανικολάου, η φωνή του ποιητικού υποκειμένου ελάχιστες φορές εξαντλείται στον υποκειμενικό συναισθηματισμό ή την εξομολόγηση. Τα προσωπικά βιώματα του ποιητή, και αυτό έχει ιδιαίτερη αξία για μένα, προβάλλονται μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ο ίδιος βρίσκεται, σε μια προμελετημένη αισθητικά μετάβαση από το ατομικό και το υποκειμενικό, από το λυρισμό και το συναίσθημα, στο συλλογικό. Διακρίνω εδώ στοιχεία ρεαλισμού που αρκετοί από τους συμβολιστές ποιητές αρνήθηκαν. Όμως, στην ποίηση του Παπανικολάου νομίζω πως κυρίαρχο ρόλο παίζει η Ιστορία και τα διδάγματά της, τα οποία ο ποιητής φιλτράρει μέσα από μια προσωπική ποιητική ευαισθησία για να τα αποδώσει ως εξέλιξη και πορεία ζωής, που ορισμένες φορές αφήνει αυτή την πικρή γεύση στο στόμα της διάψευσης των ελπίδων, των ιδεολογιών, και την επικράτηση του ισχυρού με τίμημα το αίμα αθώων. Η Ιστορία δικαιωματικά κατέχει ιδιαίτερο χώρο στην ποιητική συνείδηση, γίνεται μνήμη που ο ποιητής αρνείται να παραγκωνίσει ή να καλλωπίσει για να συνθηκολογήσει μαζί της.
Το στόμα- μου είναι έτοιμο
Γιομάτο στίχους
Είναι έτοιμο να φτύσει στίχους
Λόγια που στριμώχτηκαν στο στομάχι-μου
Δεκάδες χρόνια
Εκατοντάδες χρόνια
Χιλιάδες χρόνια
Λόγια όλο οργή
Μίσος
Αηδία
Λόγια περιφερόμενα
Από στόμα σε στόμα
Σε συγκεντρώσεις πολιτικών
Διανοούμενων
Ανύποπτων χαροκόπων
Που χαχανίζουνε σε κοσμικά στέκια»
Και αλλού:
«Η αληθινή ιστορία
Γράφεται με το αίμα αθώων
Γι’ αυτό
Εμένα τον ελάχιστο
Αφήστε-με να πω ένα τραγούδι
Για τα παιδιά που ντουφεκίζονται στους δρόμους»
Σε μια εποχή που η αναφορά στο Έθνος εξοβελίζεται από την πολιτική ορθότητα λόγω του φόβου επικράτησης πάσης φύσεως φασιστικών ιδεοληψιών, ο ποιητής, αθώος, επανέρχεται μέσα του σε θέματα που σημάδεψαν την ύπαρξή του από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, πασχίζοντας να συνειδητοποιήσει τις φρικαλεότητες που έζησε, αλλά και να προειδοποιήσει γι αυτές. Με αυτή την έννοια, θάνατοι, βασανιστήρια, πείνες και λοιμοί, που δεν είναι τίποτα άλλο παρά το κομμάτι της σύγχρονης ιστορίας μας που όλο και περισσότεροι έχουν συμφέρον να ξεχάσουμε, επανέρχονται στην ποίηση του Παπανικολάου, που έζησε για να τα ιστορήσει. Αυτές οι σκληρές μνήμες της απώλειας, δίνουν συχνά και το ψυχολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η ποίησή του, την οποία ακούσαμε να χαρακτηρίζεται ως πεσιμιστική ή μελαγχολική. Διάσπαρτη στα ποιήματα είναι κατά τη γνώμη μου όχι μονάχα η αγωνία αλλά και ο φιλοσοφικός στοχασμός του τι μπορεί να σημαίνει η ζωή ενός ατόμου μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο, ποια είναι η έννοια του επιτεύγματος ή η δικαίωση.
«Δεν ονειρεύτηκαν ποτέ Τα μεγάλα δάση
Τις ανοιχτές θάλασσες τον ουρανό
Μπορούν μα δεν τολμούν
Να σκίσουν με μια κίνηση τη γάτα
Τώρα που φτάσανε στο ταυ του τέλους
Αρνούνται να πιστέψουνε
Μοιραία πως ακολουθεί το έλος»
Κι αλλού
«Κι από ψηλά
Ένας παράξενος Θεός
Γελάει θλιμμένα
Πόσο λίγοι σταθήκαμε
Όταν περνούσαν οι αιώνες σαν αέρας»
Οι συλλογικές απώλειες, με τα χρόνια συνοδεύονται μοιραία από προσωπικές απώλειες-έτσι στο «Απόκλινων Άστυ», και στα πιο ερμητικά και προσωπικά ποιήματα, τη θέση τους βρίσκουν αγαπημένα πρόσωπα του παλιού κόσμου που έχουν πια χαθεί, γονιοί και φίλοι, συναγωνιστές και συνοδοιπόροι. Και πάλι η μνήμη έρχεται για να φωτίσει όσους χάθηκαν, όχι για να θρηνήσει, μα για να τους κρατήσει, να μην επιτρέψει να αφανιστούν γιατί η μνήμη των προσώπων γίνεται κάποια στιγμή ο μόνος τρόπος για να συνεχίσουν να υπάρχουν. Στα ποιήματα του Παπανικολάου υπάρχει πάντοτε έντονη και η μεταφυσική αγωνία της προσωπικής ύπαρξης, αυτής της ενιαίας μονάδας που είναι το κάθε πρόσωπο, που είναι το άθροισμα όλων των εικόνων που είδε, όλων των ήχων που άκουσε, όλων των σκέψεων που έκανε-και τα οποία προσπαθεί να συλλάβει στο εξαιρετικό ποίημα ο Συλλέκτης, που ελπίζω να έχουμε την ευκαιρία ν ’ακούσουμε απόψε ολόκληρο.
Συνοψίζοντας, κατά τη γνώμη μου ο Μιχάλης Παπανικολάου συνεχίζει να γράφει ποίηση από αυτή τη σκληρή, την δύσκολη, την αληθινή, που σήμερα γράφουν λίγοι πια στις μέρες μας. Και που αξίζει να διαβάζεται και να τραγουδιέται, ως σπουδή ζωής και αποθησαύρισμα για τις γενιές που θα ρθουν.


O Μιχάλης Παπανικολάου είναι μια πολυσχιδής προσωπικότητα των γραμμάτων και της τέχνης.
Είναι γνωστός και καταξιωμένος σκηνοθέτης, ποιητής , πεζογράφος και στιχουργός. Είναι γενικότερα κάτοχος μιας βαθειάς φιλολογικής παιδείας και αυτό , α πριόρι , τον κάνει να χειρίζεται άριστα τη γλώσσα, να γνωρίζει Ιστορία, να έχει αισθητικό κριτήριο, άποψη και κρίση.   Φέτος κυκλοφορεί την έβδομη κατά σειρά ποιητική του συλλογή με τίτλο «Αποκλίνον άστυ» στις εκδόσεις «Φίλντισι», μία σειρά εξαιρετικών ποιημάτων που αποδεικνύουν για άλλη μία φορά την ικανότητα του έμπειρου ποιητή .
Γιατί ο Παπανικολάου γνωρίζει άριστα τις ισορροπίες της ποίησης, τους κανόνες και το μέτρο της ποιητικής τέχνης ,γνωρίζει πως μέσα από αυτήν ο ατομικός πόνος γίνεται συλλογικός και πως το προσωπικό συμβεβηκός πάθος αφορά όλους μας.
 Η ποίηση έλεγε ο δάσκαλός μου ο Μαρωνίτης, δεν αναλύεται,  δεν είναι πτώμα να το βάλουμε σε ανατομικό κρεβάτι προς εξέταση,  η ποίηση θέλει μέθεξη και ένα εσωτερικό αχ! από τον αναγνώστη της .
Αυτήν την εσωτερική μέθεξη την προσφέρει η ποίηση του Παπανικολάου.
Σε συμπαρασύρει, συμμετέχεις και συμπάσχεις στις αγωνίες του, στους προβληματισμούς του, στις διαπιστώσεις του. Σαν αναγνώστης   υπάρχεις παντού, μέσα σε όλη τη γκάμα της θεματολογίας και των συναισθημάτων που ανοίγει μπροστά σου η ποίησή του όπως είναι η απόγνωση, η απορία γι αυτό το απρόβλεπτο παρόν που βιώνουμε, η μοναξιά, η προδομένη Ιστορία, η επανάσταση που δεν έγινε ποτέ μα και η ελπίδα πως θα γίνει, οι έρωτες που τελείωσαν και δεν θα υπάρξουν πια, ο φόβος του τίποτα μα και των όλων, η κοινωνική αδικία, ο θάνατος. Θυμάμαι κάτι σχετικό με τις αναλύσεις που λέει και  ο Παπανικολάου σε ένα παλαιότερο του ποίημα:   «Το ποίημα δεν εξηγείται -περιπλέει την ύπαρξή μας- και την κατάλληλη στιγμή- εισχωρεί -διαμελίζει -και ο ποιητής μόνος- μετεωρίζεται -σαν φτερό»
Ο Παπανικολάου κατέχει τα μέσα, την τεχνική για την εσωτερική  αρμονία και το μέτρο των λέξεων, την αποστασιοποίηση από την κενή αισθηματολογία, την αφαίρεση μέχρι να φτάσει στο βάθος, την αποθησαύριση λέξεων για να πλουταίνει το λόγο, ξέρει τις αποχρώσες της ανθρώπινης ψυχής και την ανάγκη να είσαι κοντά στον απεγνωσμένο.
 Το φάσμα των εμπνεύσεων του είναι ευρύ , μοιάζει με οθόνη, πράγμα που γνωρίζει καλά από τη σκηνοθετική του εμπειρία, που ξετυλίγονται εικόνες και επεισόδια ζωής  περνούν από μέσα της έρωτες, κοινωνία ,δίκαιο και άδικο, αθώοι και ένοχοι, απελπισμένοι και εφησυχασμένοι .  Αγγελικό και μαύρο φως που λέει ο Σεφέρης. 
Με ρεαλιστική γλώσσα γίνεται σκληρός όταν πρέπει και συνάμα πλησιάζει τρυφερά τον πάσχοντα και τον ταπεινό και ανάλογα συμπαρασύρει και την γλώσσα για να αποδώσει στο άρτιο την διακύμανση των συναισθημάτων.
Αποδίδει τις λέξεις με πάθος σαν να τις απελευθερώνει με παράπονο, ο αρχικός ρυθμός προοδευτικά ανεβαίνει για να φτάσει σε ένα κρεσέντο, σαν μια μηχανή που τραμπαλίζεται και δεν είναι ικανή να σταματήσει, οι φράσεις ξεχύνονται η μια μέσα στην άλλη. Με αυτό τον τρόπο εκτονώνει την ενέργειά του και εκφράζει την τραγικότητα ή τον πανικό.
Πολλές φορές  το κρεσέντο συμπληρώνεται με ντεκρεσέντο για να πέσει από την παραφορά στη γαλήνη, από το πάθος στην τρυφερότητα ή την πλήρη μοναξιά
Ειρωνεύεται και μέσα του πονάει για την υποκρισία των λόγων την αναντιστοιχία λόγων και πράξεων
Αντλεί εικόνες και καταγράφει μνήμες από τα πρώιμα χρόνια του, άλλωστε η μόνη αληθινή μας πατρίδα είναι τα παιδικά μας χρόνια.
Ο Ρόναλντ Μπαρτ λέει πως κάθε άξιος συγγραφέας έχει τη δική του λέξη μότο, λέξη κλειδί που επαναλαμβάνεται.
Στον Παπανικολάου υπάρχει η λέξη χρόνος ,πανδαμάτωρ χρόνος ο μνησιπήμων πόνος ,που όπως λέει ο ίδιος «Σαν χτες που οι δικοί μας γύρω αρχίσανε να λιγοστεύουν σαν χτες όλα σαν χτες και μόνο εγώ δεν είμαι πια σαν χτες».
Βιώνει τη σκληρή πραγματικότητα τραγικά, «ζούμε εκεί που αλέστηκε ο ανθός» λέει, μα δίνει και ελπίδα στον αδικημένο λέγοντας «θα ρθει η στιγμή που οι ώρες της οργής θα μας ξεσηκώσουν από τον άχρονο ύπνο».
Παρόλο που ζει σε ένα χωροχρόνο που τον κάνει να δυσφορεί,  παρόλο που είναι αιχμάλωτος σε ένα αποκλίνον άστυ, μπορεί να λέει αυτό που γράφει στο ποίημά του «Υγρό στοιχείο»:  «Κολυμπώντας στην υγρασία της ομίχλης, αφτέρουγος κι ανέμελος, πορεύομαι ακόμη ευθυτενής» 

Τούλα  Καρώνη
Φιλόλογος